Ο πυκνός μαστός αυξάνει την επικινδυνότητα ανάπτυξης καρκίνου

Οι πυκνοί μαστοί έχουν λιγότερο λιπώδη ιστό και περισσότερο αδενικό και ινώδη ιστό συγκριτικά με αυτούς που δεν είναι πυκνοί. Η έρευνα που δημοσιεύθηκε στα τέλη του Ιουνίου στην επιθεώρηση Radiology, έδειξε ότι:
Ο πυκνός μαστός έχει 6 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξει καρκίνο


Ο καρκίνος μαστού είναι πολύ πιο πιθανό να διαπιστωθεί σε μαστογραφία όταν περικλείεται από λιπώδη ιστό (ο οποίος σκιαγραφείται ως μαύρη περιοχή) κάνοντας έτσι τον εντοπισμό του καρκίνου σε πυκνούς μαστούς δυσκολότερη στη μαστογραφία.

Περίπου το 43% των γυναικών ηλικίας από 40 έως 74 ετών στις ΗΠΑ έχουν καταχωρηθεί ότι έχουν πυκνούς μαστούς. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί από τους γιατρούς καμία μέθοδος που να ορίζει με ασφάλεια ότι οι μαστοί είναι ή δεν είναι πυκνοί. Ένας τρόπος για να υπολογιστεί η πυκνότητα είναι από το πάχος του ιστού, σε μαστογραφία. Το BI-RADS, το σύστημα αναφοράς και δεδομένων από την απεικόνιση του μαστού, το οποίο αναφέρει τα ευρήματα της μαστογραφίας, περιλαμβάνει επίσης στοιχεία για την πυκνότητα του μαστού. Το BI-RADS ταξινομεί τους μαστούς σε 4 ομάδες: κυρίως λιπώδεις, ,κατά τόπους πυκνός, κυρίως πυκνοί, εξαιρετικά πυκνοί. Ωστόσο, ο υπολογισμός αυτός εξαρτάται από τον τρόπο που ερμηνεύει την μαστογραφία ο ακτινοδιαγνώστης και για αυτό ακριβώς η ταξινόμηση της πυκνότητας ενέχει και έναν υποκειμενικό παράγοντα αξιολόγησης.

Μία νορβηγική μελέτη, με τη χρήση ενός αυτοματοποιημένου λογισμικού, μέτρησε την πυκνότητα του μαστού και επιβεβαίωσε ότι οι γυναίκες με πυκνό μαστό, έχουν πράγματι μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο μαστού συγκριτικά με τις γυναίκες με λιπώδη μαστό. Η έρευνα περιελάμβανε πληροφορίες από 107.949 γυναίκες ηλικίας από 50 έως 69 ετών που είχαν υποβληθεί σε 307.015 μαστογραφίες από το 2007 έως το 2015. Με τη χρήση του λογισμικού υπολογίστηκε ότι το 28% των γυναικών είχαν πυκνούς μαστούς και το 72% μη πυκνούς μαστούς. Το ποσοστό των γυναικών που επέστρεψαν για επανέλεγχο ήταν 3,6% γυναίκες με πυκνούς μαστούς και 2,7% γυναίκες με μη πυκνούς μαστούς. Ο δείκτης βιοψίας, το ποσοστό δηλαδή των γυναικών που υποβλήθηκαν σε βιοψία σε «ύποπτες» περιοχές κατά τη μαστογραφία ήταν 1,4% σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς και 1,1% σε γυναίκες με μη πυκνούς μαστούς. Το ποσοστό των καρκίνων που εντοπίστηκαν σε μαστογραφία ήταν 6.7 καρκίνοι στις 1.000 γυναίκες με πυκνούς μαστούς που εξετάστηκαν, έναντι 5,5 καρκίνοι σε γυναίκες με μη πυκνούς μαστούς. Επίσης, οι καρκίνοι που εντοπίστηκαν από αυτοεξέταση ή με κλινική εξέταση, σε διάστημα ανάμεσα σε μαστογραφίες ήταν 2,8 ανά 1.000 εξεταζόμενες γυναίκες με πυκνό μαστό και 1,2 ανά 1.000 εξεταζόμενες γυναίκες με μη πυκνό μαστό.

H Liane Philpotts, M.D.από το τμήμα ακτινολογίας της ιατρικής σχολής του Yale τόνισε πως η έρευνα αυτή ήταν πολύ σημαντική για δύο λόγους: «Πρώτον, γιατί η μελέτη επικυρώνει πως τα αυτοματοποιημένα μέσα ταξινόμησης της πυκνότητας μας δίνουν ορθά ποσοστά των γυναικών με πυκνούς μαστούς και δεύτερον, γιατί οι γυναίκες που γνωρίζουν ότι έχουν πυκνό μαστό θα πρέπει να προβαίνουν σε συμπληρωματικούς απεικονιστικούς ελέγχους, πέραν από τη μαστογραφία».
Πηγή: Breast Cancer org